σαλάσσω

Α
1. σείω, κουνώ κάτι, σαλεύω
2. (κυρίως το παθ.) σαλάσσομαι
είμαι παραφορτωμένος, παραγεμισμένος («σεσαλαγμένος οἴνῳ», Ανθ. Παλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < σάλος, πιθ. κατά το τινάσσω].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαλάσσω — overload pres subj act 1st sg σαλάσσω overload pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαλάξαι — σαλάσσω overload aor inf act σαλάξαῑ , σαλάσσω overload aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεσαλαγμένον — σαλάσσω overload perf part mp masc acc sg σαλάσσω overload perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαλαχθέν — σαλάσσω overload aor part pass neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαλάσσων — σαλάσσω overload pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαλάττων — σαλάσσω overload pres part act masc nom sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σεσάλακτο — σαλάσσω overload plup ind mp 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατασεσαλαγμένα — κατά σαλάσσω overload perf part mp neut nom/voc/acc pl κατασεσαλαγμένᾱ , κατά σαλάσσω overload perf part mp fem nom/voc/acc dual κατασεσαλαγμένᾱ , κατά σαλάσσω overload perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαλαγώ — σαλαγῶ, έω, ΝΑ, και σαλαγάω Ν 1. (αμτβ.) (για πλήθος ανθρώπων ή για αγέλη ζώων) αναδίδω υπόκωφη βοή 2. (μτβ.) οδηγώ τα βοσκήματα στην βοσκή ή στην στάνη με δυνατές φωνές («τα πρόβατα στής ρεματιάς το πλάι σαλαγώντας», Κρυστ.) αρχ. 1. κροτώ ή… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.